Καθημερινή | Κι αν έρθει η ανάπτυξη, ποιος θα την κάνει;

Αν κάτσουμε και τα βάλουμε κάτω, είμαστε μια χώρα 11 εκατομμυρίων ανθρώπων, εκ των οποίων μόνο τα 3,5 δουλεύουν. Και γι’ αυτό δεν ευθύνεται μόνο η ανεργία: Το συνολικό εργατικό δυναμικό της χώρας αποτελείται από λιγότερους από 5 εκατομμύρια ανθρώπους. Και είναι τόσο μικρό μεταξύ άλλων και επειδή είμαστε ανάμεσα στις τελευταίες χώρες της Ευρώπης στη συμμετοχή νέων και γυναικών σε αυτό. Μόνο οι Ιταλίδες απέχουν από την αγορά εργασίας σε ποσοστό μεγαλύτερο από τις Ελληνίδες. Κι αυτό το μικρό εργατικό δυναμικό που έχουμε είναι σε γενικές γραμμές μέτριο.

Στο σχετικό δείκτη του WEF είμαστε χειρότεροι από όλες τις χώρες της ΕΕ πλην της Ισπανίας και της Βουλγαρίας, αλλά είμαστε συνολικά 40οι από 124 χώρες παγκοσμίως. Επιπλέον, έχουμε πλέον ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στον κόσμο. Και την τελευταία πενταετία υπολογίζεται ότι σχεδόν 200.000 μορφωμένοι Έλληνες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα -ένα νούμερο που αυξάνεται ολοένα.

Αυτά είναι στοιχεία μιας μικροσκοπικής και πεθαμένης οικονομίας, βεβαίως, και οι συνέπειες δεν αφορούν μόνο στο ασφαλιστικό της σύστημα. Είναι φρικτά νούμερα γιατί δείχνουν πως ακόμα κι αν έρθει με κάποιο μαγικό τρόπο μια θεωρητική ανάπτυξη, κι αν σχεδιαστεί ένα κάποιο μέλλον, ενδέχεται να λείπουν τα χέρια που θα το κάνουν πραγματικότητα.

Έστω λοιπόν ότι συμβαίνει μια μαζική επίθεση με ηλεκτρομαγνητικά κύματα και ψεκασμούς λογικής και πολιτικής οικονομίας προς τους νεομνημονιακούς μας κυβερνώντες ή, έστω, παθαίνουν όλοι μαζί ένα ταυτόχρονο εγκεφαλικό και αποφασίζουν τελικά να μην εξαφανίσουν τη μεσαία τάξη και να μη φτωχοποιήσουν όσους δεν είναι ακόμα πάμπτωχοι με φόρους, ώστε να αποκτήσουν τη γιγάντια εκλογική βάση/προλεταριάτο που ονειρεύονται, και έστω ότι συνειδητοποιούν ξαφνικά ότι η Ελλάδα θα σωθεί μόνο από την ανάπτυξη, ιλιγγιώδεις επενδύσεις ξένων σε ελληνικές υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό, και το ριζικό ανασχεδιασμό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Έστω ότι γίνεται αυτό. Ο ανασχεδιασμός, οι μεταρρυθμίσεις, το paradigm shift. Γίνονται όλα.

Ποιος θα τα υλοποιήσει πρακτικά;

Ποιος θα δουλέψει, εννοώ; Ποιος θα στελεχώσει τις νέες επιχειρήσεις, τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, τα μεγάλα κέντρα logistics στα λιμάνια, τις ιχθυοκαλλιέργειες που θα εξάγουν τσιπούρες και λαυράκια, τις μονάδες υγείας και φροντίδας ηλικιώμένων από όλη τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο; Ποιοι θα είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι υψηλής εξειδίκευσης που θα κάνουν αυτές τις νέες επιχειρήσεις της καινούριας μεταμνημονιακής Ελλάδας επιτυχημένες και ανταγωνιστικές; Η Ελλάδα, αν γίνει το θαύμα (και τα μαζικά εγκεφαλικά) δεν θα χρειάζεται άλλους γιατρούς ή δικηγόρους, και πιθανότατα ούτε και πτυχιούχους ΤΕΙ Άρτας. Οι απόφοιτοι των μέτριων ελληνικών πανεπιστημίων, τα οποία δεν είναι φτιαγμένα για να τροφοδοτούν καμία πραγματική αγορά εργασίας (πόσω μάλλον μια ιδεατή, σύγχρονη και σχεδιασμένη με άξονα την καινοτομία και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας) πιθανότατα δεν θα είναι κατάλληλοι. Πολλοί καλοί από αυτούς έχουν ήδη φύγει. Τι άλλο θα γίνει; Θα μπουν επιτέλους περισσότερες ελληνίδες στην αγορά εργασίας; Θα αρχίσουν οι Έλληνες να δουλεύουν από πιο νωρίς και σε δουλειές που μπορεί να μην τους αρέσουν; Θα βρεθεί ένας τρόπος να καταρτιστούν αποτελεσματικά οι άνεργοι και όσοι από τους εργαζόμενους (μισό με ένα εκατομμύριο τους υπολογίζε ο Αρίστος Δοξιάδης) θα πρέπει να αλλάξουν δουλειά; Κι όλα αυτά καθώς ο πληθυσμός μειώνεται, ολοένα και λιγότερα παιδιά γεννιούνται, και το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα κάνει βήματα προς τα πίσω την ώρα που οι ανταγωνιστές της χώρας επενδύουν και εξελίσσονται;

Υπάρχει ένα παρόμοιο (αλλά όχι ίδιο) προηγούμενο.

Από το 1984 που ξεκίνησαν τα προγράμματα χρηματοδότησης της περιφέρειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό (εξαιτίας της Ελλάδος, φυσικά, που τότε ήταν μόνη της “η περιφέρεια”) μέχρι σήμερα έχουν μπει στην ελληνική οικονομία περί τα 160 δισεκατομμύρια ευρώ για ανάπτυξη, έργα και επιδοτήσεις. Δεν εκλάπησαν αυτά τα λεφτά, όντως χρηματοδότησαν έργα. Μπορεί να μην ήταν όλα καλά, μπορεί η κατανομή των χρημάτων να μην ήταν απόλυτα ορθολογική ή, πώς να το πω, απόλυτα αξιοκρατική αλλά, όπως θα έλεγε κι ο Υπουργός Δημοσίων Έργων Ανδρέας Μαυρογιαλούρος, τα έργα έγιναν. Εξαιτίας τους έχουμε σήμερα καινούριους δρόμους, αεροδρόμια, μετρό και αγροτικό τομέα. Αυτά έγιναν και ήταν, όντως, μια μορφή “ανάπτυξης”, πολύ συγκεκριμένη. Ποιος έκανε τη δουλειά σ’ αυτή την ανάπτυξη;

Κυρίως Αλβανοί μετανάστες.

Οι οικονομικοί μετανάστες που ήρθαν στη χώρα μας μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού από τις γειτονικές χώρες ήταν σε αρκετά μεγάλο βαθμό τα χέρια που έσκαψαν τα επιδοτούμενα χωράφια και έστρωσαν τους πληρωμένους από το ΕΣΠΑ δρόμους κι έχτισαν την Ελλάδα στην οποία χρειάζεσαι δύο ώρες για να φτάσεις από την Αθήνα στην Καλαμάτα, αντί για έξι.

Σήμερα η Ελλάδα δεν χρειάζεται ανάπτυξη με δρόμους και δεν είναι οι ανειδίκευτοι χαμηλόμισθοι εργάτες που της λείπουν. Αυτό που χρειάζεται είναι πολύ πιο δύσκολο. Ακόμα κι αν συμβεί το μαζικό εγκεφαλικό/ηλεκτρομαγνητική θύελλα και ξαφνικά το υπουργικό μας συμβούλιο από Δελφινάριο που είναι σήμερα γεμίσει Κόνραντ Αντενάουερ και Ελευθέριους Βενιζέλους, και σχεδιαστεί μια μετάβαση σε ένα νέο, σύγχρονο και εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο, πού θα βρεθεί το ανθρώπινο δυναμικό για να το στελεχώσει;

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα.

Βλέποντας όμως τις καραβιές απελπισμένων προσφύγων που καταλήγουν στη Λέσβο και την Κω εδώ και πολλούς μήνες ταλαιπωρούμαι από μια δύσκολη σκέψη. Δεν είναι δύσκολο να την κάνει κανείς, αλλά είναι δύσκολο να τη γράψει. Είναι, βλέπετε, δύσκολο να υποστηρίξει κάποιος ότι σε μια χώρα με 30% ανεργία αυτό που λείπει είναι άνθρωποι και εργατικά χέρια. Αλλά η σκέψη μου βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους που προέρχονται από μια χώρα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν απείχε και πάρα πάρα πολύ από τις δικές μας σε επίπεδο παιδείας και διαβίωσης, και οι οποίοι έχουν περάσει δυσκολίες και έχουν κάνει θυσίες που εμείς, τα κακομαθημένα παιδιά της μεταπολίτευσης, ούτε στον ύπνο μας δεν έχουμε δει, είναι: Πόσοι από αυτούς θα ήταν πολύτιμες προσθήκες σε μια χώρα σαν τη δικιά μας; Πόσοι είναι καταρτισμένοι προγραμματιστές, έμπειροι ξενοδοχοϋπάλληλοι, στελέχη με γνώση των αγορών της Μέσης Ανατολής, ή απλά καλοί, τίμιοι, φιλότιμοι εργάτες, που κάθε σοβαρός επιχειρηματίας θα ήθελε στη δουλειά του; Διαβάζοντας τις ιστορίες τους μένω συχνά κατάπληκτος από το θάρρος, την αυταπάρνηση, το πείσμα και τη δίψα τους για επιβίωση και δημιουργία. Θέλω τέτοιους γείτονες. Θέλω τέτοιους συναδέλφους.

Φυσικά δεν είναι όλοι έτσι, και φυσικά δεν είμαστε όλοι εμείς άχρηστοι, σάπιοι ή ακατάλληλοι για ένα ιδεατό αναπτυξιακό μέλλον. Αλλά, δεδομένου ότι οι ελλείψεις μας σε ανθρώπινο δυναμικό είναι μεγάλες και σχετικά καλά τεκμηριωμένες, δεδομένου ότι εκατοντάδες χιλιάδες επιστήμονες και καταρτισμένοι επαγγελματίες μας έχουν ήδη φύγει, και δεδομένου ότι ο πληθυσμός της χώρας μειώνεται δραματικά, δεν μπορώ παρά να λυπάμαι που τους βλέπω να περνάνε και να φεύγουν, για να πάνε σε χώρες που έχουν υποδομές να τους εντάξουν στο εργατικό τους δυναμικό και να τους χρησιμοποιήσουν. Πόσοι από αυτούς θα μπορούσαν να μείνουν εδώ για να βοηθήσουν εμάς (αν, λέμε, συνέβαιναν τα προαπαιτούμενα εγκεφαλικά);

Και, για να το πάω κι ένα βήμα παραπέρα: Πόσοι από αυτούς είναι καλοί, σοβαροί, ευγενείς και έντιμοι άνθρωποι, που θα αποτελούσαν πολύτιμες προσθήκες στη ξεχαρβαλωμένη, βαριά άρρωστη κοινωνία μας, αν έμεναν;

Όχι, τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολη σκέψη.

Στη χώρα του εκλεγμένου δημάρχου-πρώην ηθοποιού που φωνάζει σε παιδάκια σχολείου “τα μνημόνια και οι δανειστές να πάνε να γ***θούνε”, εκεί όπου ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σκάει τσιγαράκι σε κλειστό χώρο γιατί έλα μωρέ τώρα, δεν τρέχει τίποτα, το σίγουρο είναι ότι τέτοιοι άνθρωποι κακό δεν θα έκαναν.

Θοδωρής Γεωργακόπουλος

ΠΗΓΗ: Καθημερινή | Έντυπη Έκδοση | Πολιτική | 30.10.2015